Κανένα ηθικό πλεονέκτημα δεν είναι διαρκές αν δεν μεταφραστεί σε καθαρό πολιτικό λόγο και συγκεκριμένες προτάσεις
Η συζήτηση για την επικείμενη –ή έστω φημολογούμενη– πολιτική σταδιοδρομία της Μαρίας Καρυστιανού λέει τελικά περισσότερα για το πολιτικό μας σύστημα παρά για την ίδια. Γιατί, πριν καν δηλώσει πρόθεση, έχει ήδη φορτωθεί με προσδοκίες, καχυποψία, ενθουσιασμό και φόβους· όλα τα συμπτώματα μιας κοινωνίας που διψά για πολιτικό νόημα, αλλά δυσκολεύεται να το εμπιστευτεί. Μια κοινωνία που διψά για πολιτική αλλαγή και ένας λαός που έχει ανάγκη κάπου να πιστέψει.
Η Μαρία Καρυστιανού έγινε δημόσιο πρόσωπο όχι ως πολιτικός, αλλά ως πρόεδρος του Συλλόγου Πληγέντων των Τεμπών. Εκεί κρίθηκε –και δικαίως– με όρους ηθικούς: συνέπεια, αξιοπρέπεια, επιμονή στη δικαιοσύνη, άρνηση της λήθης. Αυτός ο ρόλος είχε ένα σαφές ηθικό πρόσημο και ένα σχεδόν αυτονόητο δίκαιο. Όμως η πολιτική είναι άλλο πεδίο. Δεν είναι προέκταση του πένθους, ούτε αυτόματη μεταγραφή του ηθικού κεφαλαίου σε κυβερνητική επάρκεια. Όποιος μπαίνει στην πολιτική κρίνεται αλλιώς: για τις θέσεις του, τις συμμαχίες του, την ικανότητά του να συνθέτει, να συμβιβάζεται χωρίς να εκπίπτει, να αποφασίζει χωρίς να αποϊεροποιείται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η κρίσιμη διάκριση: άλλο να κρίνεις κάποιον ως εκπρόσωπο ενός συλλογικού τραύματος και άλλο ως εν δυνάμει πολιτικό παράγοντα. Η πρώτη κρίση αφορά το ήθος. Η δεύτερη αφορά την πολιτική ουσία. Το λάθος που συχνά κάνουμε –και που απειλεί κάθε «άφθαρτο» πρόσωπο– είναι να τα συγχέουμε, είτε αγιοποιώντας είτε προεξοφλώντας αποτυχίες.
Κι όμως, υπάρχει ένα πραγματικό ηθικό πλεονέκτημα στην επιλογή –συνειδητή μέχρι στιγμής– να μη κομματικοποιείται το λαϊκό έρεισμα. Σε μια χώρα όπου τα κόμματα συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί απορρόφησης και εξουδετέρωσης κοινωνικών αιτημάτων, η στάση «άλλο πολιτική και άλλο κόμματα» δεν είναι αφελής· είναι ριζοσπαστική.
Υπενθυμίζει ότι η πολιτική προηγείται των κομματικών σχημάτων, ότι η κοινωνική νομιμοποίηση δεν είναι παράρτημα των λογότυπων και ότι το λαϊκό έρεισμα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.
Αν η Μαρία Καρυστιανού επιλέξει τελικά τον δρόμο της πολιτικής, θα πρέπει να αποδεχτεί τη σκληρή απομυθοποίηση που αυτός συνεπάγεται. Κανένα ηθικό πλεονέκτημα δεν είναι διαρκές αν δεν μεταφραστεί σε καθαρό πολιτικό λόγο και συγκεκριμένες προτάσεις. Αν όμως καταφέρει να διατηρήσει την αυτονομία της από την κομματική ευκολία και να μπει στην πολιτική χωρίς να μετατρέψει τον πόνο σε νόμισμα εξουσίας, τότε –αν μη τι άλλο– θα έχει ήδη κερδίσει κάτι σπάνιο: το δικαίωμα να κριθεί σοβαρά.
Και σε μια εποχή πολιτικής φθοράς, αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο.
