Ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζει να επιστρέφει στην πολιτική σκηνή όχι ως ένας πολιτικός που αναστοχάστηκε πάνω στις ήττες του, αλλά ως ένας ηγέτης που επιχειρεί να ξαναγράψει τον ίδιο μύθο με διαφορετικό εξώφυλλο. Το νέο κόμμα που συζητείται εδώ και μήνες —άλλοτε ως «νέος φορέας», άλλοτε ως «προοδευτική συμμαχία νέας εποχής»— δείχνει να στηρίζεται πάνω σε μια βαθιά παρεξήγηση: ότι η κοινωνία εξακολουθεί να αναζητά έναν νέο Ανδρέα Παπανδρέου. Και ακόμη περισσότερο, ότι ο ίδιος ο Τσίπρας μπορεί να ενσαρκώσει αυτόν τον ρόλο.
Το πρόβλημα είναι πως η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ούτε ως τραγωδία ούτε ως φάρσα. Επαναλαμβάνεται ως κακή απομίμηση όταν οι πρωταγωνιστές της αδυνατούν να καταλάβουν πως άλλαξε ο κόσμος.
Η περίφημη «διεύρυνση» υπήρξε ίσως το πιο υπερεκτιμημένο πολιτικό αφήγημα της μεταμνημονιακής περιόδου.
Στα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να μετατραπεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Στην πράξη, όμως, η διεύρυνση έμοιαζε περισσότερο με μεταγραφικό πανηγύρι παλαιών στελεχών του ΠΑΣΟΚ, χωρίς ιδεολογική συνοχή, χωρίς κοινωνική γείωση και κυρίως χωρίς πραγματική ανανέωση. Η κοινωνία δεν είδε μια νέα προοδευτική πρόταση· είδε ανακύκλωση προσώπων, προσωπικών μηχανισμών και πολιτικής νοσταλγίας.
Το λεγόμενο «προοδευτικό κέντρο», στο οποίο επένδυσε επικοινωνιακά ο Τσίπρας, αποδείχθηκε τελικά μια πολιτική οφθαλμαπάτη. Οι κεντρώοι ψηφοφόροι δεν μετακινούνται επειδή ένας πολιτικός αυτοπροσδιορίζεται ως μετριοπαθής. Μετακινούνται όταν πειστούν ότι υπάρχει σοβαρότητα, θεσμική επάρκεια, αξιοπιστία και σχέδιο. Και εδώ ακριβώς εντοπίστηκε το μεγάλο έλλειμμα της περιόδου Τσίπρα: η αδυναμία οικοδόμησης εμπιστοσύνης στη μεσαία τάξη που κουράστηκε από τους πειραματισμούς, τις αντιφάσεις και τον μόνιμο διχαστικό τόνο.
Διότι όσο κι αν αλλάζουν οι λέξεις, η πολιτική μνήμη παραμένει σκληρή. Δεν μπορείς να ζητάς ψήφο «προοδευτικής διακυβέρνησης» όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θυμάται ακόμη το 2015 ως περίοδο θεσμικής περιπέτειας, αυταπάτης και εθνικού ακροβατισμού. Ούτε μπορείς να εμφανίζεσαι ως εκφραστής της κανονικότητας όταν επί χρόνια επένδυσες πολιτικά στην οργή και στην αντισυστημική ρητορική.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα: ο Τσίπρας εξακολουθεί να πολιτεύεται με όρους μιας άλλης εποχής. Συνεχίζει να σκέφτεται μέσα από τα δίπολα «δεξιά – αριστερά», τη στιγμή που η κοινωνία έχει μετακινηθεί αλλού. Ο σύγχρονος πολίτης δεν αξιολογεί πλέον πρωτίστως ιδεολογικές ταυτότητες· αξιολογεί αποτελεσματικότητα, ασφάλεια, εισόδημα, ποιότητα ζωής, λειτουργία θεσμών. Οι μεγάλες κοινωνικές αγωνίες του 2026 δεν χωρούν εύκολα στα συνθήματα της δεκαετίας του ’80 ή ακόμη και του 2012.
Η εμμονή, λοιπόν, στην αναβίωση ενός «αντιδεξιού μετώπου» μοιάζει όλο και πιο ξεπερασμένη. Όχι επειδή δεν υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές, αλλά επειδή οι πολίτες αντιμετωπίζουν πλέον την πολιτική πιο πραγματιστικά. Το ερώτημα δεν είναι αν μια κυβέρνηση είναι «δεξιά» ή «αριστερή». Είναι αν μπορεί να λειτουργήσει το κράτος, αν υπάρχει προοπτική για τους νέους, αν μειώνεται η ανασφάλεια, αν η οικονομία δημιουργεί ευκαιρίες.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η σύγκριση του Αλέξη Τσίπρα με τον Ανδρέα Παπανδρέου δεν είναι απλώς ατυχής· είναι πολιτικά παραπλανητική. Ο Ανδρέας υπήρξε ιστορικό φαινόμενο μιας μεταπολιτευτικής κοινωνίας που αναζητούσε κοινωνική χειραφέτηση, εθνική αυτοπεποίθηση και πολιτική εκπροσώπηση μετά από δεκαετίες αποκλεισμών. Είχε οργανική σχέση με λαϊκά στρώματα, βαθιά επιρροή στη συλλογική ψυχολογία και κυρίως ένα ιστορικό timing που δεν επαναλαμβάνεται.
Ο Τσίπρας, αντίθετα, αναδείχθηκε μέσα από την κρίση ως εκφραστής της αγανάκτησης, όχι ως δημιουργός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Και ενώ ο Ανδρέας διαμόρφωνε πολιτική γλώσσα, ο Τσίπρας συχνά μοιάζει να δανείζεται έτοιμες εικόνες και συμβολισμούς. Από τον τρόπο ομιλίας μέχρι τις σκηνοθεσίες δημόσιων εμφανίσεων, η προσπάθεια μίμησης του παπανδρεϊκού ύφους είναι πλέον εμφανής — και γι’ αυτό ακριβώς αμήχανη.
Διότι οι αυθεντικοί ηγέτες δεν κατασκευάζονται μέσα από πολιτικά cosplay ιστορικών προσωπικοτήτων. Ηγέτης δεν γίνεται κάποιος επειδή αναπαράγει χειρονομίες, συνθήματα ή αισθητικές αναφορές του παρελθόντος. Γίνεται όταν εκφράζει αυθεντικά τις ανάγκες της εποχής του.
Και αυτή ίσως είναι η πιο δύσκολη αλήθεια για τον Αλέξη Τσίπρα: ότι προσπαθεί να επιστρέψει σε μια κοινωνία που έχει ήδη αλλάξει χωρίς αυτόν.
